Τα δικά μου φαντάσματα έχουν ήδη απομακρυνθεί στον χρόνο κι έτσι όλα έχουν γεράσει και η επίσκεψή τους τα κουράζει λόγω της μεγάλης διαδρομής που έχουν να κάνουν στον χρόνο για να με δουν. Εκτός από ένα που είναι νέο και ζωηρό και μ’ επισκέπτεται συχνά πυκνά.

Συνήθως έρχεται, όταν πλένω τα πιάτα στον νεροχύτη το μεσημέρι κι ο γιος μου ετοιμάζει τον καφέ στην καφετιέρα. Έρχεται πίσω μου, με αγκαλιάζει από τη μέση, πλέκει τα χέρια της στην κοιλιά μου, ακουμπά το στήθος της στη πλάτη μου, σκύβει στο λαιμό μου και με μυρωδάτη από δενδρολίβανο ανάσα μου ψιθυρίζει: «Αυτή είναι δική μου δουλειά. Πάντα την έκανα για σένα. Αλλά εσύ την κάνεις καλύτερα».

Σταματώ να πλένω και σηκώνω το κεφάλι να κοιτάξω έξω από το παράθυρο τα χρυσάνθεμα που είχε φυτέψει και που ακόμα ανθίζουν. Κρατώντας το πιάτο γεμάτο σαπουνάδες και το νερό να τρέχει στον νεροχύτη, προσπαθώ να αισθανθώ την παρουσία της, που μου την προσφέρει απλόχερα στη μοναξιά μου. Εκείνη συνεχίζει: « Όλα τα έκανες καλύτερα και πιο όμορφα για μένα. Σ’ ευχαριστώ, που με άφηνες να σε νοιάζομαι. Λυπάμαι, που δεν με χρειάζεσαι πια! Μα κι απ’ την άλλη, χαίρομαι που δεν με χρειάζεσαι! Αλλά θα έρχομαι όσο θα σου λείπω!».


Ξεπλέκει τα χέρια της και μέσα στη φασαρία της καφετιέρας χάνεται μέσα στον γιο μου.
Άλλες φορές πάλι, έρχεται όταν στρώνω το κρεβάτι μας. Ακουμπά στην κάσα της πόρτας αγκαλιάζει τους ώμους της και με κοιτά χαμογελώντας, να τακτοποιώ το μαξιλάρι της στη μεριά της: «Ακόμα με φροντίζεις! Και το κάνεις χωρίς να με χρειάζεσαι και χαίρομαι που δεν με χρειάζεσαι πια! Όμως, θα πρέπει να βρεις καινούργιο δρόμο στη ζωή σου. Υπάρχουν άνθρωποι που χρειάζονται την έννοια σου, που χρειάζονται να ομορφύνεις τη ζωή τους», μου λέει.

«Δεν σε πειράζει; Ίσως, πάψεις να μου λείπεις!», τη ρωτώ. «Δεν με αφορά! Εγώ δεν είμαι εκείνη. Εκείνη έφυγε και χάθηκε στο τίποτα. Δεν μπορεί να την πειράξει τίποτα. Έφυγε ήρεμη στην αγκαλιά σας. Εγώ είμαι ότι σας άφησε πίσω. Είμαι η αγάπη της και η έννοια της για σας. Κι έτσι ζω μέσα στην προσωπικότητά σας και στις σκέψεις σας. Μέσα στη καρδιά σας για πάντα. Είμαι ένα κομμάτι δικό της που έχω γίνει ένα κομμάτι του εαυτού σας. Δεν έχω καμία σχέση με το μέλλον σας, με τη ζωή σας. Εγώ διαφεντεύω τις αναμνήσεις σας, είμαι ένα φάντασμα του χρόνου, του δικού μου χρόνου. Είμαι ένα κομμάτι του παρελθόντος σας. Αν είστε καλά θα είμαι καλά. Γι’ αυτό, φρόντισε να είστε και οι δυο καλά!», χαμογελά και χάνεται, σαν αερικό, στο διάδρομο του σπιτιού.

Τα φαντάσματα ταξιδεύουν στον χρόνο. Όσο απομακρύνονται, μεγαλώνουν και όσο μεγαλώνουν, απομακρύνονται. Ζουν σε μια μόνο διάσταση, αυτή του χρόνου. Κι όσο μεγαλώνουν κι απομακρύνονται, κουράζονται και να μας επισκέπτονται. Κι όταν σταματούν να μας επισκέπτονται, τότε πραγματικά, μένουμε μόνοι. Μόνοι, με το φάντασμα του εαυτού μας. Αυτό το κουβαλάμε πάντα μέσα μας και είναι για πάντα ένα παιδί. Τουλάχιστον, μέχρι να το θολώσουν τα γεράματα και να το εξαφανίσει το Αλτσχάιμερ. Ας τα έχουμε καλά μαζί του και οι δαίμονες θα μείνουν μακριά.

Χρήστος

Πηγή : singleparent.gr



Επιστροφή στο trelokouneli.gr