Παρακολουθώ τις τελευταίες δυο μέρες το μεγάλο ενδιαφέρον των μέσων ενημέρωσης για τον αείμνηστο σμηναγό Γιώργο Μπαλταδώρο, που χάθηκε εν ώρα καθήκοντος. Ωστόσο, αυτές οι μέρες, με τις κάμερες, τα αφιερώματα, την (ειλικρινή τις πιο πολλές φορές) έκφραση θλίψης από πολλούς ανθρώπους στα social media, μου προξενούν μια τεράστια πικρία.

Κι αυτή η πικρία είναι αυτή η ερώτηση που με πνίγει:

Γιατί ο Γιώργος έπρεπε να πεθάνει για να ασχοληθούμε μαζί του; Αν σήμερα ήταν ζωντανός, αν μια ακόμα από τις αναχαιτίσεις του είχε στεφθεί με επιτυχία, αν στο κοντέρ του έγραφαν ακόμα μερικές εκατοντάδες ώρες πτήσεις, θα κέρδιζε έστω κι ένα λεπτό από την προσοχή μας;

Ο Γιώργος πρέπει να κόπιασε πολύ για να μπει στη σχολή Ικάρων (όσοι έχουμε κάποια σχέση με την εκπαίδευση ξέρουμε ότι οι βάσεις αυτής της σχολής είναι κοντά σ’ εκείνη της Ιατρικής), και πρέπει επίσης να πάλεψε για να την τελειώσει και να φτάσει να γίνει ένας εξαιρετικά έμπειρος πιλότος της αεροπορίας μας. Πότε ασχοληθήκαμε μαζί του; Ακόμα κι η ίδια η πολιτεία χορηγεί εξαιρετικά χαμηλούς μισθούς στους ανθρώπους αυτούς που κάθε μέρα ρισκάρουν τη ζωή τους. Πότε αναρωτηθήκαμε πόσο εύκολο είναι να ζήσει την οικογένειά του ένας άνθρωπος που εργάζεται σ’ αυτές τις συνθήκες; Γιατί είναι πιο εύκολο να κλάψουμε έναν άνθρωπο παρά να του πούμε ένα μπράβο όσο ζει, όσο αγωνίζεται;

Όπως, στον τομέα τους, αγωνίζονται καθημερινά πάρα πολλά νέα παιδιά, γιατροί, νοσηλευτές, μηχανικοί, δάσκαλοι, επιστήμονες κάθε λογής, για τους οποίους ποτέ δεν θα μάθουμε τίποτα. Εκτός κι αν κάποιος πεθάνει σε ώρα καθήκοντος, τα φτιάξει με κάποιον/α celebrity, ή, ακόμα χειρότερα, αν κατηγορηθεί για κάτι. Ένα ιατρικό λάθος μπορεί να τελειώσει έναν γιατρό που έχει σώσει εκατοντάδες ανθρώπους, εμείς θα τον θυμόμαστε μόνο γι’ αυτό το λάθος.

Όλος αυτός ο βομβαρδισμός της φτήνιας και η λογική της ελάσσονος προσπάθειας που ανακυκλώνεται έχει κάνει πολύ μεγαλύτερο κακό απ’ όσο νομίζουμε

Θα μου πείτε, ο Γιώργος δεν ήθελε τη δημοσιότητα.

Δεν τη χρειαζόταν, όπως δεν τη χρειάζεται κανένας από τους ανθρώπους αυτούς που προανέφερα. Τί να την κάνουν; Στην Ελλάδα,  είναι μεγάλη τύχη να κάνεις κάτι που γουστάρεις πραγματικά, και τότε δεν σε πολυνοιάζουν ούτε οι απολαβές ούτε η αναγνώριση του κόσμου.


Όχι, ο Γιώργος δεν είχε ανάγκη να τον ξέρουμε όλοι. Η κοινωνία μας όμως είναι αυτή που έχει ανάγκη να γνωρίζει ανθρώπους σαν τον Γιώργο, όσο είναι ζωντανοί και εν δράσει. Τα παιδιά σαν τους μαθητές μου έχουν ανάγκη να γνωρίζουν ότι υπάρχουν ΚΑΙ αυτοί οι άνθρωποι, όσο περισσότερους γνωρίζουν τόσο περισσότερες είναι οι πιθανότητες να θαυμάσουν και να  έχουν πρότυπα όσους προσπαθούν και εργάζονται σκληρά, όσους έχουν πάθος γι’ αυτό που κάνουν και προσφέρουν, όπως ο Γιώργος.

Τα παιδιά στη μεγάλη τους πλειοψηφία είναι παραιτημένα, γιατί δεν έχουν τη δυνατότητα να συναντήσουν αυτούς τους ανθρώπους.

Όχι επειδή οι τελευταίοι δεν υπάρχουν, αλλά επειδή τους έχει σκεπάσει η λάμψη των άλλων: Εκείνων που χτυπιούνται σε εξωτικές παραλίες για να φάνε μια μπριζόλα και να εξαργυρώσουν τον παραδαρμό τους με αρπαχτές σε μπαρ και προωθήσεις προϊόντων στο Ίνσταγκραμ. Εκείνων που παριστάνουν τους γαμπρούς και τις νύφες, ή που καμώνονται τους influencers στα κοινωνικά δίκτυα.

Άνθρωποι σαν το Γιώργο είναι για να θέλεις να τους μοιάσεις, όχι για να θέλεις να τους κλάψεις.

Όλος αυτός ο βομβαρδισμός της φτήνιας και η λογική της ελάσσονος προσπάθειας που ανακυκλώνεται έχει κάνει πολύ μεγαλύτερο κακό απ’ όσο νομίζουμε. Ο ποδοσφαιριστής, ο ηθοποιός, ο τραγουδιστής, δεν είναι πια πρότυπα για το αίμα που έχουν φτύσει, αλλά για τη διασημότητά τους. Δεν είναι ο ιδρωμένος τραυματισμένος παίχτης που κάθεται κατάκοπος στα αποδυτήρια, αλλά εκείνος που πληρώνεται εκατομμύρια για να φορέσει ένα καπελάκι. Κόπος μηδέν. Φάτσα που τείνει στο άπειρο. Ούτε ο ηθοποιός που σκοτώνεται μήνες στις πρόβες για μία και μοναδική παράσταση, αλλά ο τηλεστάρ που θα απασχολήσει τα μέσα με τους έρωτές του.

Γι’ αυτό με πικραίνει που μάθαμε τον Γιώργο αφού έφυγε.

Γιατί υπάρχουν κι άλλοι Γιώργηδες. Που δεν θα ασχοληθούμε μαζί τους. Που δεν θα θέλουμε να ζήσουμε σαν κι αυτούς, γιατί έχει κόπο. Πολύ κόπο και θυσία. Και θα τους μάθουμε, αν τους μάθουμε, αν είναι άτυχοι και χαθούν σαν αυτόν τον Γιώργο. Που τα παιδιά μας δεν θα έχουν ευκαιρία να τους έχουν ως παράδειγμα, επειδή η ζωή τους θα είναι γεμάτη από τους άλλους…

Άνθρωποι σαν το Γιώργο είναι για να θέλεις να τους μοιάσεις, όχι για να θέλεις να τους κλάψεις. Και είπαμε, δεν έχουν ανάγκη να τους μάθουμε. Εμείς όλοι έχουμε ανάγκη να ξέρουμε πως υπάρχουν.

[mikropragmata.lifo]



Επιστροφή στο trelokouneli.gr

 
ΔΗΜΟΦΙΛΕΣΤΕΡΑ




 

Αφήστε μια απάντηση