Σε περίπου ένα μήνα θα κλείσει τα 53 του χρόνια, καθώς γεννήθηκε στις 26 Φεβρουαρίου του 1967, στην πόλη Σιζουόκα της Ιαπωνίας. Και μπορεί όσοι ασχολούνται με το ποδόσφαιρο στην ηλικία του να το κάνουν από τη θέση του προπονητή ή του παράγοντα, όμως ο «Βασιλιάς Κάζου» (έτσι είναι το παρατσούκλι του) συνεχίζει να ιδρώνει τη φανέλα και να φορά ποδοσφαιρικά παπούτσια. Και μάλιστα σε επαγγελματικό επίπεδο, σε ομάδα που το 2020 θα αγωνίζεται στην πρώτη κατηγορία του ιαπωνικού ποδοσφαίρου.

Το ποδοσφαιρικό ταξίδι του Καζουγιόσι Μιούρα ξεκίνησε το μακρινό 1982, όταν ο ίδιος σε ηλικία 15 ετών αναζήτησε την «Ιθάκη» του στη Βραζιλία. Και τα κατάφερε, αφού μετά την αρχική του περιπλάνηση, υπέγραψε επαγγελματικό συμβόλαιο με τη Σάντος το 1986. Αγωνίστηκε σε αρκετές ομάδες από τη χώρα της «σάμπα», με πιο γνωστές την Παλμέιρας και την Κοριτίμπα, πριν ο ίδιος αποφασίσει να επαναπατριστεί.

Με τη Yomiuri FC ή αλλιώς Verdy Kawasaki (είναι η σημερινή Tokyo Verdy) αγωνίστηκε από το 1990 έως το 1998, κατακτώντας τέσσερα πρωταθλήματα Ιαπωνίας. Ο δανεισμός του στην Τζένοα τη σεζόν 1994-95 τον έκανε τον πρώτο Ιάπωνα ποδοσφαιριστή, που έπαιξε στο ιταλικό πρωτάθλημα, ενώ βρέθηκε ξανά στην Ευρώπη το 1999, για λογαριασμό της Ντιναμό Ζάγκρεμπ, κατακτώντας μάλιστα και το πρωτάθλημα Κροατίας.


Στο ίδιο διάστημα (1990-2000) φόρεσε και τη φανέλα της εθνικής Ιαπωνίας, με 89 συμμετοχές και 55 γκολ (δεύτερος σκόρερ στην ιστορία της εθνικής). Το 1992 κατέκτησε με τους «σαμουράι» το Asian Cup, ενώ η κορυφαία χρονιά της καριέρας του ήταν το 1993, όταν αναδείχθηκε κορυφαίος ποδοσφαιριστής στην Ασία. Ωστόσο, έμεινε εκτός αποστολής από το Μουντιάλ του 1998, παρά το γεγονός πως στην προκριματική φάση είχε σημειώσει τα 14 από τα συνολικά 31 τέρματα της ομάδας του.

Στις αρχές της νέας χιλιετίας, βρέθηκε στην Kyoto Purple Sanga και στην Vissel Kobe, ενώ όταν υπέγραψε για πρώτη στη Yokohama FC, το 2005, πολλοί πίστεψαν ότι δε θα αργούσε να κρεμάσει τα παπούτσια του. Άλλωστε, ο Καζουγιόσι Μιούρα ήταν τότε ήδη 38 ετών. Ποιος να πίστευε ότι 15 χρόνια μετά θα έπαιζε ακόμη ποδόσφαιρο, και μάλιστα θα ανανέωνε το συμβόλαιό του, αφού νωρίτερα θα έσπαγε το ένα ρεκόρ πίσω από το άλλο.

Το Μάρτιο του 2017, όταν είχε ήδη κλείσει τα 50, έγινε ο γηραιότερος παίκτης στην ιστορία του επαγγελματικού ποδοσφαίρου, ξεπερνώντας τον εμβληματικό Στάνλεϊ Μάθιους, ενώ λίγες ημέρες αργότερα έγινε και ο γηραιότερος σκόρερ. Τα τελευταία χρόνια, κάθε Ιανουάριο, κάνει μονοετή επέκταση του συμβολαίου του, όπως έγινε και φέτος. Για πόσο ακόμα θα το κάνει; Όσο αντέχουν τα πόδια του και κυρίως… η ψυχή του.

Πηγή: gazzetta.gr





Επιστροφή στο trelokouneli.gr

 
ΔΗΜΟΦΙΛΕΣΤΕΡΑ




 

Αφήστε μια απάντηση